Εποχή εθνικής αυτοπεποίθησης ή μια νέα γεωπολιτική δοκιμασία;

0
318

Εποχή εθνικής αυτοπεποίθησης ή μια νέα γεωπολιτική δοκιμασία;

Η πρόσφατη σύναψη ενεργειακών συμφωνιών μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της κοινοπραξίας Chevron – HELLENiQ ENERGY για την έρευνα υδρογονανθράκων σε θαλάσσιες περιοχές νότια της Πελοποννήσου και της Κρήτης δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη επιχειρηματική εξέλιξη. Συνιστά, πράγματι, ένα γεγονός με βαρύνουσα γεωπολιτική σημασία. Το ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο τι υπογράφτηκε – αλλά τι σηματοδοτεί για τη θέση της Ελλάδας στον διεθνή ενεργειακό χάρτη και ποιες προκλήσεις συνεπάγεται.

Του Βαγγέλη Αποστολίδη

Θεολόγου, Οικονομολόγου MSc Ναυτιλίας , Πολιτικού Επιστήμονα MSc

 

Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια επιδιώκει να αναβαθμίσει τη θέση της ως ενεργειακός κόμβος στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Σε μια συγκυρία κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση επιταχύνει την απεξάρτησή της από το ρωσικό φυσικό αέριο, η γεωγραφική θέση της χώρας αποκτά στρατηγική βαρύτητα. Οι θαλάσσιες έρευνες νότια της Κρήτης και της Πελοποννήσου εντάσσονται σε αυτή τη νέα ευρωπαϊκή πραγματικότητα, όπου η ενεργειακή ασφάλεια μετατρέπεται σε ζήτημα υψηλής πολιτικής.

Οι προβλεπόμενες επενδύσεις ύψους περίπου 1 δισ. ευρώ και το ενδεχόμενο σημαντικών δημοσίων εσόδων —που θα μπορούσαν να φθάσουν στο 40% του παραγόμενου εισοδήματος— δημιουργούν προσδοκίες για βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου και ενίσχυση της οικονομικής σταθερότητας. Και πράγματι, οτιδήποτε ενδυναμώνει οικονομικά τη χώρα, ενισχύει αναπόφευκτα και τη γεωπολιτική της θέση. Η οικονομική ισχύς αποτελεί θεμέλιο της εθνικής επιρροής.

Ωστόσο, η συμφωνία από μόνη της δεν αρκεί.

Η ιστορία διδάσκει ότι οι ενεργειακοί πόροι δεν μεταφράζονται αυτόματα σε εθνική ισχύ. Απαιτούν στρατηγική αξιοποίηση και συνεκτική εθνική πολιτική. Χρειάζεται ενεργητική εξωτερική πολιτική που να κεφαλαιοποιεί τις νέες ενεργειακές ισορροπίες, ισχυρή διπλωματία ικανή να διαχειρίζεται εντάσεις και να διαμορφώνει συμμαχίες, καθώς και πολυδιάστατες σχέσεις που να μην περιορίζονται σε έναν μόνο άξονα συνεργασίας.

Παράλληλα, σταθερές διεθνείς συμμαχίες και ισχυρή αποτρεπτική άμυνα αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις για να διασφαλιστεί ότι η αξιοποίηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων θα πραγματοποιηθεί χωρίς αμφισβητήσεις ή κλιμακώσεις. Η Ανατολική Μεσόγειος παραμένει μια περιοχή σύνθετων ανταγωνισμών, και κάθε ενεργειακή εξέλιξη εντάσσεται σε ένα ευρύτερο γεωστρατηγικό πλαίσιο.

Η μετατροπή της Ελλάδας από καθαρό εισαγωγέα σε εν δυνάμει εξαγωγέα ενέργειας είναι ένας φιλόδοξος στόχος. Η ύπαρξη υποδομών, οι διασυνδέσεις και ο κάθετος ενεργειακός διάδρομος ενισχύουν τη θέση της χώρας ως πύλης προς τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη. Όμως η επιτυχία του εγχειρήματος θα εξαρτηθεί από τη βιωσιμότητα των κοιτασμάτων, τη σταθερότητα του διεθνούς ενεργειακού περιβάλλοντος και τη συμβατότητα με τη στρατηγική πράσινης μετάβασης της Ευρώπης.

Εδώ ανακύπτει και μια κρίσιμη παράμετρος: η ενεργειακή πολιτική δεν μπορεί να λειτουργεί αποκομμένη από την περιβαλλοντική ευθύνη και τις δεσμεύσεις για απανθρακοποίηση. Το φυσικό αέριο μπορεί να λειτουργήσει ως μεταβατικό καύσιμο, αλλά το χρονικό παράθυρο αξιοποίησής του είναι περιορισμένο και εξαρτάται από τις ευρωπαϊκές πολιτικές και τις τεχνολογικές εξελίξεις.

Η Ελλάδα φαίνεται να εισέρχεται σε μια περίοδο αυξημένης εθνικής αυτοπεποίθησης. Όχι ως ρητορικό σχήμα, αλλά ως έκφραση μιας χώρας που επιδιώκει να αξιοποιήσει τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα. Η ουσία, όμως, δεν βρίσκεται μόνο στις υπογραφές των συμβάσεων, αλλά στην ικανότητα του κράτους να μετατρέψει μια επενδυτική συμφωνία σε μακροπρόθεσμη στρατηγική ισχύ.

Εν τέλει, η ενεργειακή προοπτική μπορεί να αποτελέσει καταλύτη οικονομικής και γεωπολιτικής αναβάθμισης. Θα καταστεί όμως πραγματικό εθνικό κεφάλαιο μόνο εάν συνοδευτεί από διορατικότητα, θεσμική σοβαρότητα και μια ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική που να συνδυάζει το τρίπτυχο ανάπτυξη, διπλωματία και ασφάλεια.