Οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις που δημοσιεύθηκαν στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο, έχουν μια κοινή συνισταμένη, συνεχίζουν να καταγράφουν φθορά για την κυβέρνηση, όμως το πραγματικά ενδιαφέρον στοιχείο είναι άλλο: η αντιπολίτευση αδυνατεί να μετατρέψει αυτή τη δυσαρέσκεια σε πειστική πολιτική πρόταση εξουσίας.

Του Βαγγέλη Αποστολίδη
Το ερώτημα παραμένει απλό αλλά αμείλικτο: γνωρίζει πραγματικά κανείς ποιο είναι το κυβερνητικό πρόγραμμα των κομμάτων που ζητούν να αναλάβουν τη διακυβέρνηση της χώρας;
Ποια ακριβώς είναι η πρόταση του ΠΑΣΟΚ για την ακρίβεια, τη στεγαστική κρίση, την οικονομία, την εξωτερική πολιτική ή τα ελληνοτουρκικά; Πέρα από γενικές διακηρύξεις περί «κοινωνικής δικαιοσύνης» και «θεσμικής σοβαρότητας», η εικόνα που εκπέμπεται είναι ενός κόμματος που περισσότερο επενδύει στην κυβερνητική φθορά παρά παρουσιάζει ένα σαφές και κοστολογημένο σχέδιο διακυβέρνησης.
Ανάλογη είναι και η περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος επιχειρεί να επιστρέψει στο πολιτικό προσκήνιο μέσα από βαρύγδουπες έννοιες όπως «νέος πατριωτισμός», «δημοκρατικός καπιταλισμός» και «ηθική επανεκκίνηση». Ωστόσο, πίσω από τη συνθηματολογία, ελάχιστοι μπορούν να εξηγήσουν τι ακριβώς σημαίνουν όλα αυτά στην πράξη. Οι περιοδείες και οι δημόσιες παρεμβάσεις του μέχρι στιγμής θυμίζουν περισσότερο προσπάθεια πολιτικής επαναφοράς παρά συγκροτημένη εναλλακτική πρόταση εξουσίας.
Την ίδια στιγμή, ο χώρος της λεγόμενης αντισυστημικής αντιπολίτευσης συνεχίζει να κινείται μεταξύ καταγγελίας, οργής και πολιτικού θορύβου. Η Ζωή Κωνσταντοπούλου εξακολουθεί να επενδύει στην ένταση και στη διαρκή σύγκρουση, ενώ ο κατακερματισμένος πλέον ΣΥΡΙΖΑ δείχνει εγκλωβισμένος σε έναν μόνιμο καταγγελτικό λόγο χωρίς σαφές πολιτικό αποτύπωμα.
Ακόμη και οι νέες πολιτικές κινήσεις που εμφανίζονται στο προσκήνιο μοιάζουν να βασίζονται περισσότερο στη συγκυριακή αγανάκτηση παρά σε ένα ολοκληρωμένο πολιτικό σχέδιο. Η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από συνθήματα, καταγγελίες και θεωρίες περί «αποκατάστασης της δημοκρατίας», χωρίς όμως συγκεκριμένες απαντήσεις για την οικονομία, την ανάπτυξη, την ασφάλεια ή τη θέση της χώρας στο διεθνές περιβάλλον.
Και όμως, παρά αυτή την εικόνα, ένα σημαντικό ποσοστό πολιτών δηλώνει ότι στρέφεται προς τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Όχι επειδή πείθεται από τις προτάσεις τους, αλλά κυρίως ως έκφραση δυσαρέσκειας απέναντι στην κυβέρνηση.
Αυτό ακριβώς εξηγεί και το παράδοξο των δημοσκοπήσεων. Η Νέα Δημοκρατία εμφανίζει απώλειες λόγω σκανδάλων, της υπόθεσης των Τεμπών, των παρακολουθήσεων και άλλων κυβερνητικών φθορών, όμως οι διαρροές αυτές δεν κατευθύνονται δυναμικά προς κάποιον πολιτικό αντίπαλο. Καταλήγουν κυρίως στη δεξαμενή των αναποφάσιστων, αποδεικνύοντας ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν συνεπάγεται αυτόματα και εμπιστοσύνη προς την αντιπολίτευση.
Την ίδια ώρα, στο ερώτημα περί καταλληλότητας για την πρωθυπουργία, ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξακολουθεί να διατηρεί σαφές προβάδισμα. Παρά τη φθορά, παραμένει για μεγάλο μέρος των πολιτών η μόνη πολιτική επιλογή που δείχνει ικανή να διαχειριστεί κρίσεις και να κυβερνήσει με σχετική σταθερότητα.
Οι πολίτες μπορεί να εκφράζουν οργή, απογοήτευση ή κόπωση, ωστόσο φαίνεται πως εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη μια αντιπολίτευση που περισσότερο επενδύει στην καταγγελία και λιγότερο στην παραγωγή ουσιαστικής πολιτικής.
Και ίσως αυτό να είναι σήμερα το μεγαλύτερο πρόβλημα του πολιτικού συστήματος: όχι η φθορά της κυβέρνησης, αλλά η αδυναμία της αντιπολίτευσης να πείσει ότι μπορεί πραγματικά να αποτελέσει αξιόπιστη εναλλακτική λύση διακυβέρνησης.
Καθώς λοιπόν, η χώρα θα πλησιάζει προς την επόμενη εκλογική αναμέτρηση, η οπόια κατά την εκτίμησή μου θα είναι τον ερχόμενο Μάρτιο, το βασικό ζητούμενο αναμένεται να είναι ποιος μπορεί να πείσει ότι διαθέτει όχι μόνο πολιτικό λόγο, αλλά και ρεαλιστικό σχέδιο διακυβέρνησης για μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών και οικονομικών προκλήσεων και η μόνη απάντηση είναι πως όλα τα παραπάνω τα διαθέτει η Νέα Δημοκρατία και ο Κυριάκος Μητσοτάκης.


