Πώς λειτουργεί ο νέος μηχανισμός – Ποιες οφειλές ρυθμίζονται και με ποιο επιτόκιο – Ποια ρύθμιση συμφέρει περισσότερο για χρέη προς Εφορία, ΕΦΚΑ, τράπεζες και servicers
Η πλατφόρμα της ΑΑΔΕ για τη νέα ρύθμιση των 72 δόσεων έχει ανοίξει, και το ενδιαφέρον των φορολογουμένων είναι έντονο. Από το περασμένο Σάββατο, όταν τέθηκε σε λειτουργία, έχουν υποβληθεί περισσότερες από 4.000 αιτήσεις, δηλαδή περισσότερες από 600 ημερησίως.
Το μεγάλο στοίχημα της ΑΑΔΕ είναι πόσοι από τους περίπου 1,3 εκατ. φορολογουμένους που έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές συνολικού ύψους 31,5 δισ. ευρώ θα σπεύσουν να αξιοποιήσουν τη ρύθμιση των 72 δόσεων, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου που λήγει η προθεσμία. Στην έκτακτη ρύθμιση μπορούν να ενταχθούν οφειλές προς τη φορολογική διοίκηση που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023, παρέμεναν αρρύθμιστες στις 21 Απριλίου 2026 και εξακολουθούν να είναι ανεξόφλητες κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης.
Υπάρχει, όμως, μια σημαντική προϋπόθεση που λειτουργεί ως «φίλτρο» για την ένταξη. Οι οφειλές που βεβαιώθηκαν από την 1η Ιανουαρίου 2024 και μετά, θα πρέπει προηγουμένως να έχουν εξοφληθεί ή να έχουν υπαχθεί στην πάγια ρύθμιση. Η διαδικασία ολοκληρώνεται ουσιαστικά με την πληρωμή της πρώτης δόσης, η οποία θα πρέπει να καταβληθεί εντός τριών εργάσιμων ημερών από την υποβολή της αίτησης. Για όσους πληρούν τις προϋποθέσεις και έχουν αποκλειστικά χρέη προς την εφορία, οι 72 δόσεις αποτελούν μια σχετικά απλή και άμεση λύση. Ο οφειλέτης γνωρίζει εξαρχής τον αριθμό των δόσεων και το χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής, ενώ δεν απαιτείται η σύνθετη διαδικασία οικονομικής αξιολόγησης που συνοδεύει τον εξωδικαστικό μηχανισμό.
Ο εξωδικαστικός. Από τις 26 Ιουλίου διευρύνεται σημαντικά και η πρόσβαση στον εξωδικαστικό μηχανισμό, καθώς το ελάχιστο ύψος οφειλών για την υποβολή αίτησης μειώνεται από 10.000 σε 5.000 ευρώ. Η αλλαγή αυτή εκτιμάται ότι ανοίγει την πόρτα της διαδικασίας σε περίπου 300.000 επιπλέον οφειλέτες, οι οποίοι μέχρι σήμερα δεν μπορούσαν να αξιοποιήσουν τον μηχανισμό λόγω του ύψους των χρεών τους. Σε αντίθεση με τη ρύθμιση των 72 δόσεων, ο εξωδικαστικός μπορεί να λειτουργήσει ως ένα ενιαίο εργαλείο για την αντιμετώπιση πολλαπλών χρεών. Μέσω της διαδικασίας μπορούν να ρυθμιστούν οφειλές προς την εφορία και τον ΕΦΚΑ, αλλά και προς τράπεζες και εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων. Οι ρυθμίσεις μπορούν να φτάσουν έως τις 240 δόσεις για χρέη προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία και έως τις 420 δόσεις για οφειλές προς τράπεζες και servicers. Η διαδικασία πραγματοποιείται ηλεκτρονικά. Ο οφειλέτης δηλώνει τα εισοδήματα, τα περιουσιακά του στοιχεία και το σύνολο των υποχρεώσεών του και, με βάση τα δεδομένα αυτά, ο ειδικός αλγόριθμος διαμορφώνει πρόταση ρύθμισης, λαμβάνοντας υπόψη την πραγματική δυνατότητα αποπληρωμής. Στον εξωδικαστικό μπορούν να ενταχθούν φυσικά πρόσωπα, ελεύθεροι επαγγελματίες, επιχειρήσεις και νομικά πρόσωπα, εφόσον πληρούν τα προβλεπόμενα κριτήρια.
Το «κούρεμα». Το σημαντικότερο πλεονέκτημα του εξωδικαστικού σε σχέση με τις 72 δόσεις είναι ότι, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μπορεί να οδηγήσει σε διαγραφή μέρους της οφειλής. Το ύψος της διαγραφής δεν είναι προκαθορισμένο, αλλά συνδέεται με την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη, την αξία της περιουσίας του και τη δυνατότητα εξυπηρέτησης των χρεών. Παράλληλα, η ρύθμιση προβλέπει σταθερό επιτόκιο 3% για όλη τη διάρκειά της. Εδώ βρίσκεται και μία από τις βασικές διαφορές σε σχέση με τις 72 δόσεις: ο εξωδικαστικός δεν προσφέρει στον ενδιαφερόμενο μία εκ των προτέρων γνωστή και δεδομένη λύση. Ο αριθμός των δόσεων και το τελικό ύψος της ρύθμισης προκύπτουν από την αξιολόγηση των οικονομικών δεδομένων.
Τα «ψιλά γράμματα». Η δυνατότητα για μεγαλύτερη διάρκεια αποπληρωμής και πιθανό «κούρεμα» έχει, ωστόσο, ως αντάλλαγμα μια σαφώς πιο απαιτητική διαδικασία. Ο οφειλέτης καλείται να παρουσιάσει πλήρη εικόνα της οικονομικής του κατάστασης, να συγκεντρώσει τα απαιτούμενα στοιχεία και δικαιολογητικά, και να περιμένει την έκδοση της πρότασης ρύθμισης. Παράλληλα, απαιτείται συναίνεση για την άρση του τραπεζικού και φορολογικού απορρήτου, προκειμένου το Δημόσιο, ο ΕΦΚΑ και οι πιστωτές να έχουν πλήρη εικόνα των εισοδημάτων, της περιουσίας και των υποχρεώσεων. Κατά συνέπεια, ο εξωδικαστικός δεν αποτελεί απλώς μια «μεγαλύτερη ρύθμιση», αλλά μια διαδικασία συνολικής αξιολόγησης της οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη.
Πλην και συν. Οι 72 δόσεις φαίνεται να αποτελούν την πιο απλή και γρήγορη επιλογή για όσους έχουν αποκλειστικά φορολογικές οφειλές και μπορούν να ανταποκριθούν στην αποπληρωμή τους. Το μεγάλο τους πλεονέκτημα είναι η απλότητα, η ταχύτητα και η σαφήνεια: ο οφειλέτης γνωρίζει τον αριθμό των δόσεων και το πλαίσιο αποπληρωμής. Από την άλλη πλευρά, δεν προβλέπεται διαγραφή χρέους και η ρύθμιση δεν καλύπτει παράλληλες υποχρεώσεις προς τράπεζες, servicers ή ασφαλιστικά ταμεία. Ο εξωδικαστικός μηχανισμός, αντίθετα, απευθύνεται περισσότερο σε όσους έχουν συσσωρευμένα χρέη προς πολλούς πιστωτές και αδυνατούν να τα εξυπηρετήσουν μεμονωμένα. Προσφέρει τη δυνατότητα ενιαίας ρύθμισης, πολύ μεγαλύτερης διάρκειας αποπληρωμής και, υπό προϋποθέσεις, διαγραφής μέρους των οφειλών.
Έτσι, για έναν οφειλέτη με ένα παλιό χρέος μόνο προς την εφορία, οι 72 δόσεις μπορεί να αποτελούν την πιο πρακτική λύση. Για κάποιον που βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα «βουνό» χρεών προς Δημόσιο, ΕΦΚΑ, τράπεζες και servicers, ο εξωδικαστικός μπορεί να προσφέρει μια πιο ολοκληρωμένη λύση και την ευκαιρία για μια πραγματική οικονομική επανεκκίνηση.
Παραδείγματα
1. Για μια οφειλή ύψους 7.000 ευρώ, που δημιουργήθηκε την περίοδο 2020-2021, ο οφειλέτης που θα ενταχθεί στη ρύθμιση των 72 δόσεων θα καταβάλλει περίπου 115 ευρώ τον μήνα. Αντίθετα, με την πάγια ρύθμιση των 24 δόσεων, η μηνιαία επιβάρυνση για την ίδια οφειλή θα έφτανε περίπου τα 310 ευρώ.
2. Σε χρέος 4.000 ευρώ που δημιουργήθηκε μέσα στην περίοδο 2022-2023 και πληροί τις προϋποθέσεις ένταξης στη νέα ρύθμιση, η μηνιαία δόση διαμορφώνεται στα περίπου 66 ευρώ, ενώ μέσω της πάγιας ρύθμισης των 24 δόσεων θα ανερχόταν στα 177 ευρώ τον μήνα, δηλαδή σχεδόν τριπλάσιο ποσό.


