ΚΑΝΑΡΕΙΑ 2026: Ένα μάθημα από την Ερέτρια για την Αίγινα

0
4542

Συγχαρητήρια στον Δήμο  Ερέτριας, που αναγνωρίζει και τιμά τον ηρωισμό, το έργο και το ήθος του Πυρπολητή Κωνσταντίνου Κανάρη.

Του Ηρακλή Καλογεράκη Αντιναυάρχου (ε.α.) Π.Ν. Ιστορικού Ερεύνητή

Η μεγάλη πρεμιέρα των φετινών Καναρείων ξεκίνησε χθες με τον χαιρετισμό του προέδρου του Πολιτιστικού Συλλόγου «ΚΩΝ. ΚΑΝΑΡΗΣ» και του Δημάρχου Ερέτριας και η βραδιά συνεχίστηκε με την υπέροχη συναυλία της Μπάντας του Πολεμικού Ναυτικού. Οι κάτοικοι και οι επισκέπτες της πόλης, όπως φαίνεται στο πρόγραμμα, θα έχουν μια εβδομάδα γεμάτη μουσική, θέατρο, χορό, παράδοση και ιστορική μνήμη.

Στο δήμο Ερέτριας, υπάρχει ένα διώροφο σπίτι που χτίστηκε το 1847, σε οικόπεδο που η πολιτεία με Βασιλικό διάταγμα παραχώρησε μετά από κλήρωση σε Ψαριανους πρόσφυγες το 1836, μεταξύ των οποίων και ο Κανάρης.

Μετά τη καταστροφή των Ψαρών και τον ξεριζωμό των Ψαριανών, αυτοί περιπλανήθηκαν και έψαχναν καταφύγιο στη Σκύρο, Άνδρο, Πάρο. Τήνο, Μύκονο, Κέα, Σύρο, Σπέτσες, Ναύπλιο, Αίγινα και Μονεμβασιά.

Από τότε, σε κάθε Εθνοσυνέλευση οι «Ψαριανοί πρόσφυγες» έθεταν θέμα μόνιμης εγκατάστασης τους, χωρίς όμως να έχουν κάποιο αποτέλεσμα.

Από τις αρχές Σεπτεμβρίου 1824, κατέφυγαν στην Αίγινα εκατοντάδες Ψαριανών προσφύγων, μεταξύ των οποίων και η οικογένεια του Κανάρη, που μέρα με τη μέρα, ο αριθμός τους αυξανόταν, για να φτάσει το 1825 τους περίπου 3.500. Ήταν ένας σημαντικός αριθμός για το μέγεθος του νησιού. Στο νησί αυτό, οι Ψαριανοί πρόσφυγες βρήκαν  ένα εξαιρετικό περιβάλλον για εγκατάσταση, δράση και πρόοδο.

Το 1827, μετά από πολλές περιπλανήσεις, αγωνίες και αγώνες, οι Ψαριανοί ζήτησαν από την Ελληνική Κυβέρνηση να εγκατασταθούν στην Εύβοια, όταν αυτή θα απελευθερωνόταν. Το αίτημα τους έγινε κάποτε δεκτό και το 1833, τους παραχωρήθηκε από τον Όθωνα μια περιοχή στην Ερέτρια, ώστε να ιδρυθεί εκεί ο συνοικισμός των «Νέων Ψαρών». Δεν πήγαν όμως πολλοί, γιατί εν τω μεταξύ είχαν τακτοποιηθεί αλλού. Αργότερα, με Βασιλικό Διάταγμα (Β.Δ. 33/11/7/1836) ρυθμίστηκαν οι λεπτομέρειες του νέου αυτού συνοικισμού (χωροταξία, παραχώρηση γαιών με κλήρωση, χρονοδιάγραμμα παραχώρησης, όροι ανοικοδόμησης και διασφάλισης της παραμονής των οικιστών κ.α.).

Επίσης προβλέφθηκε ότι ο νέος συνοικισμός θα αποτελούσε ξεχωριστό Δήμο, όταν οι οικογένειες των Ψαριανών θα έφταναν τις εβδομήντα. Η σύσταση του Δήμου Ψαρριανών (Νέων Ψαρών) έγινε τελικά με Βασιλικό Διάταγμα της 18/6/1848 και ο νέος Δήμος είχε πληθυσμό 222 άτομα (Γ΄ Τάξη) και έδρα την Ερέτρια.

Στη περιοχή αυτή κληρώθηκε το 1836 στον Κανάρη ένα οικόπεδο στο οποίο το 1847 κατάφερε να χτίσει ένα εξοχικό, γιατί εν τω μεταξύ είχε αποκτήσει δικό του σπίτι στην Κυψέλη.

Στην Αίγινα, σε ένα σπίτι δίπλα στο ταχυδρομείο, ο Κανάρης και η οικογένεια του έμεινε από το 1824 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1831, αφού αμέσως μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, αυτός παραιτήθηκε από το Ναυτικό και μετακόμισε στην Ερμούπολη της Σύρου, όπου έζησε μόνο λίγους μήνες. Το καλοκαίρι του 1834, η οικογένεια Κανάρη εγκαταστάθηκε σε ιδιόκτητη πλέον κατοικία στην Κυψέλη των Αθηνών.

Εκεί κοντά στο λιμάνι, ένα ερειπωμένο σπίτι, το σπίτι που έζησε ο μπουρλοτιέρης Κανάρης,  αντιστέκεται εγκαταλελειμμένο στον χρόνο, για να επιβεβαιώνει τους στίχους του Βίκτωρα Ουγκώ: «Κανάρη μου! Κανάρη μου! Σ’ έχουμε λησμονήσει! Καθώς απ’ τους ηρωισμούς χρόνος έχει κυλήσει».

Η πρωτοβουλία του Δήμου Ερέτριας μάς προσφέρει μια αφορμή για προβληματισμό. Η Αίγινα, το νησί όπου ο Κωνσταντίνος Κανάρης έζησε επτά καθοριστικά χρόνια της ζωής του, όπου γεννήθηκαν δύο από τα παιδιά του και όπου σώζεται ακόμη η μοναδική ιστορική οικία του, δεν έχει μέχρι σήμερα αναπτύξει μια αντίστοιχη πρωτοβουλία ανάδειξης της μνήμης του

 

Η Ελληνική Πολιτεία έχει ήδη αναγνωρίσει την ιστορική αξία και των δύο οικιών, χαρακτηρίζοντάς τες ως ιστορικά διατηρητέα μνημεία.

Η Ερέτρια, μολονότι συνδέεται με τη θερινή κατοικία του Κανάρη, αξιοποιεί αυτή την κληρονομιά, οργανώνοντας τα «Κανάρεια» και προβάλλοντας τη σχέση της με τον μεγάλο πυρπολητή. Η Αίγινα όμως, παρότι διατηρεί τη μοναδική σωζόμενη ιστορική οικία όπου ο Κανάρης έζησε με την οικογένειά του επί επτά χρόνια και την περίοδο εκείνη διακρίθηκε πλειστάκις για τον ηρωισμό του, δεν έχει μέχρι σήμερα αναπτύξει μια αντίστοιχη πρωτοβουλία ανάδειξης της μνήμης του.

Η διαφορά αυτή δεν αποτελεί λόγο αντιπαράθεσης μεταξύ δύο πόλεων. Αποτελεί, όμως, έναν εύλογο λόγο να αναρωτηθούμε αν έχουμε πράξει όσα μας αναλογούν για να τιμήσουμε έμπρακτα αυτή τη μοναδική ιστορική κληρονομιά.