Η αλλαγή του εκλογικού νόμου συνιστά την πρώτη μείζονος σημασίας πολιτική πρωτοβουλία της κυβέρνησης μέσα στο 2020, καθώς εντολή του πρωθυπουργού προς τον υπουργό Εσωτερικών Τάκη Θεοδωρικάκο είναι να δρομολογηθούν οι διαδικασίες πέραν της κατάθεσης  του εκλογικού νομοσχεδίου στη Βουλή, η διαβούλευση και η ψήφισή του  στις 22 του μήνα.

Πρόκειται για ένα από τα οκτώ νομοσχέδια που εμπεριέχονται,  στον σχεδιασμό για τον πρώτο μήνα, καθώς επιδίωξη είναι να διατηρηθούν οι ρυθμοί κυβερνητικού έργου που οδήγησαν ως το τέλος του 2019 σε ψήφιση 32 νομοσχεδίων, αλλά και στην υλοποίηση, μέσω αυτών, 60 προγραμματικών δεσμεύσεων της Ν.Δ.

Η επιστροφή του Κ. Μητσοτάκη από την Ουάσιγκτον σηματοδότησε και την αντίστροφη μέτρηση για την ανακοίνωση της πρότασης όσον αφορά το πρόσωπο που θα προταθεί για την Προεδρία της Δημοκρατίας. Μπορεί η πρόσφατη συνταγματική αλλαγή να έχει εξαλείψει τον κίνδυνο πρόωρης προσφυγής στις κάλπες, ο ίδιος όμως ο πρωθυπουργός έχει καταστήσει σαφές ότι, ακόμη κι αν υπάρχει δυνατότητα εκλογής με απλή πλειοψηφία, επιδίωξή του είναι να μπορεί να συγκεντρώσει την αποδοχή ευρύτερων πολιτικών δυνάμεων και να έχει μια μεγαλύτερη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Μετά την επιστροφή από το Μέτσοβο ο πρωθυπουργός δήλωσε ότι βρίσκεται πιο κοντά στην επιλογή αλλά δεν έχει λάβει την οριστική απόφαση, και έτσι απέφυγε να ανοίξει τα χαρτιά του. Στις παραμέτρους αυτής της υπόθεσης συγκαταλέγονται, πάντως, τόσο η επιμονή του ΣΥΡΙΖΑ στην ανανέωση της θητείας του Προκόπη Παυλόπουλου όσο και η σαφής θέση της ηγεσίας του ΚΙΝ.ΑΛ. πως δεν θα στηρίξει υποψηφιότητα προερχόμενη από τη Ν.Δ.

Το περιθώριο, πάντως, για την ανακοίνωση του ονόματος που θα προταθεί εκπνέει στις 13 Φεβρουαρίου και εκείνο που διαμηνύεται από κυβερνητικούς παράγοντες είναι ότι ο πρωθυπουργός θα επιλέξει τον κατάλληλο χρόνο για να ανακοινώσει την πρότασή του.

Με το νέο νομοσχέδιο του Υπουργείου Εσωτερικών καταργείται από τη μια η απλή αναλογική που θέσπισε ο ΣΥΡΙΖΑ , με την οποία απαιτείται γύρω και πάνω από το 45%  για τη συγκρότηση αυτοδύναμης κυβέρνησης , ή με συνασπισμό κομμάτων, και από την άλλη διορθώνονται οι ακρότητες του νόμου Παυλόπουλου, με τον οποίο έγιναν οι εκλογικές αναμετρήσεις από το 2007 έως το 2019.

Στο ΚΙΝΑΛ θεωρούν ότι με την αναβίωση ενός ισχυρού δικομματισμού και με το πρώτο κόμμα να πηγαίνει σταθερά σε ποσοστά άνω του 36% το μπόνους είναι υπερβολικό, ο νόμος Σκανδαλίδη, που εφαρμόστηκε πριν από το 2007, είχε ανώτατο όριο τις 40 έδρες, υπενθυμίζουν.

Η συμφωνία και με άλλες πολιτικές δυνάμεις αποτελεί στόχο στο ζήτημα του εκλογικού νόμου, όπου η κυβερνητική πρόταση, η οποία στηρίζεται στη λογική κλιμακωτού μπόνους, θα έχει χαρακτηριστικά -όπως προανήγγειλε και ο πρωθυπουργός- που βρίσκονται πολύ κοντά στη θέση του ΚΙΝ.ΑΛ. Η επαναφορά του μπόνους που εισηγείται  η Ν.Δ. εκκινείται από 20 έως 25 έδρες όταν το πρώτο κόμμα έχει ποσοστό 25%και να αυξάνεται σε συνάρτηση με το εκλογικό ποσοστό του πρώτου κόμματος, το οποίο, σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει με ποσοστό 36,5% και τα κόμματα εκτός Βουλής να προσεγγίζουν το 13%. Με ποσοστό άνω του 38% να μπορεί να έχει καθαρή αυτοδυναμία, ώστε να διασφαλίζεται η κυβερνησιμότητα στη χώρα. Αν το ποσοστό του πρώτου κόμματος αγγίξει το 42% τότε ο αριθμός των εδρών του πρώτου κόμματος φτάνει στο “μαγικό” αριθμό των 180 εδρών.

Στο Μέγαρο Μαξίμου δεν υπάρχουν, πάντως, ιδιαίτερες ελπίδες ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα μετακινηθεί από την απλή αναλογική, κάτι που, σε συνδυασμό με τις θέσεις του ΚΚΕ και του ΜέΡα25, δεν αφήνει περιθώρια ελπίδας ότι μπορεί να επαναληφθεί η διακομματική συναίνεση που διαμορφώθηκε για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού.

Μια πλειοψηφία 200 βουλευτών ώστε οι αμέσως επόμενες εκλογές να διεξαχθούν με το νέο σύστημα και όχι με την απλή αναλογική που έχει ψηφίσει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ φαντάζει μακρινή και, έχοντας πλήρη επίγνωση της πραγματικότητας αυτής, η κυβέρνηση ακολουθεί διαφορετική τακτική σε σχέση με εκείνη που ακολούθησε για την ψήφο των αποδήμων. Πολιτικός διάλογος θα γίνει αλλά θα έχει ως βάση το συγκεκριμένο πλαίσιο θέσεων που θα δοθεί στα κόμματα, ενώ δεν είναι στις προθέσεις του κ. Μητσοτάκη να επιδιώξει και στην περίπτωση αυτή συναντήσεις με τους πολιτικούς αρχηγούς. Ο ίδιος μάλιστα διαμηνύει πως, εάν χρειαστεί, ο νέος εκλογικός νόμος θα ψηφιστεί μόνο από τους 158 βουλευτές της Ν.Δ., καθώς θεωρείται απαραίτητο να υπάρξει η δυνατότητα σχηματισμού αυτοδύναμων, σταθερών κυβερνήσεων, οι οποίες θα μπορούν να δρουν με ταχύτητα.

Σε ό,τι αφορά τον χρόνο που επιλέγεται, συνιστά υλοποίηση μίας ακόμη προεκλογικής δέσμευσης του κ. Μητσοτάκη, ο οποίος δήλωνε πως η Ν.Δ. θα φέρει νέο εκλογικό νόμο στην αρχή της τετραετίας σε ουδέτερο πολιτικό χρόνο, ώστε να είναι απολύτως ξεκάθαρο και το πολιτικό τοπίο ως το 2023, οπότε και θα διεξαχθούν οι επόμενες εκλογές. Σε σχέση με αυτές, έχει επίσης καταστεί από τώρα σαφές εκ μέρους της ηγεσίας της Ν.Δ. ότι, εφόσον γίνουν με απλή αναλογική, κυβερνητική λύση θα δοθεί με διπλές κάλπες.

Σε κάθε περίπτωση η Ν.Δ. θα εντείνει την πολιτική πίεση προς τον ΣΥΡΙΖΑ, τονίζοντας πως ισχυρίζεται ότι είναι κόμμα εξουσίας, αλλά δεν αναθεωρεί την προσήλωσή του στην απλή αναλογική διότι δεν πιστεύει πως θα είναι πρώτο κόμμα στις επόμενες εκλογές.

Η αλλαγή του εκλογικού νόμου προκαλεί αμηχανία, αλλά και φουντώνει τον προβληματισμό του ΣΥΡΙΖΑ  για τις επόμενες πολιτικές κινήσεις του Κ. Μητσοτάκη. Στην Κουμουνδούρου εκτιμούν ότι το σενάριο των “διπλών εκλογών’ είναι πλέον πιθανόν και θεωρούν ότι με αυτόν τον τρόπο ο πρωθυπουργός ίσως επιχειρήσει να προλάβει την ανασυγκρότηση του χώρου και την φορά της κυβέρνησης του.

Η λογική του εκλογικού νόμου της ΝΔ έχει να κάνει με τη συγκρότηση ισχυρής αυτοδύναμης κυβέρνησης ικανής να αντιμετωπίσει τις πολλαπλές κρίσεις και όχι η ακυβερνησία και τα εκλογικά παιχνίδια, που εισηγείται ο ΣΥΡΙΖΑ με την απλή αναλογική.