Η Toyota Corolla είναι ευχάριστη στην οδήγηση, παρά το γεγονός ότι ζυγίζει περίπου 80 κιλά περισσότερο από την έκδοση 1,8 λίτρων.

Ο νέος υβριδικός κινητήρας των 2.0 λίτρων αποδίδει σχεδόν 60 ίππους παραπάνω από τον αντίστοιχο 1.800άρη, με αποτέλεσμα να προσφέρει καλύτερες επιδόσεις, αλλά και χαμηλότερες τιμές κατανάλωσης. Από την άλλη, η μεγαλύτερη συστοιχία μπαρατιών μειώνει δραματικά την χωρητικότητα του πορτ-μπαγκάζ.

Η Toyota αφήνει πίσω της το Auris και αποφασίζει να επαναφέρει το όνομα Corolla, ένα μοντέλο με το οποίο έδωσε το δικό της στίγμα στην παγκόσμια αυτοκίνηση. Μάλιστα το συγκεκριμένο μοντέλο λανσάρεται σε δύο υβριδικές εκδόσεις, με την πρώτη να διαθέτει ένα σύνολο 1.8 λίτρων και 122 ίππων, ενώ η δεύτερη έκδοση, όπως αυτή της δοκιμής μας, τροφοδοτείται από έναν δίλιτρο κινητήρα με απόδοση 180 ίππων. Βασικό της χαρακτηριστικό οι πολύ καλές επιδόσεις, αλλά και το πλουσιότερο επίπεδο εξοπλισμού που στην προκειμένη περίπτωση περιλαμβάνει σπορτίφ χαρακτηρηστικά, όπως τις ζάντες αλουμινίου 18 ιντσών.

 

Βελτιωμένες επιδόσεις

Ας πάμε κατευθείαν στην ουσία και στις, λογικές, απορίες. Πόσο πιο ισχυρός είναι ο κινητήρας των 2,0 λίτρων σε σχέση με τον 1,8; Ποια είναι η κατανάλωσή του; Το υβριδικό σύνολο μπορεί να υπερηφανεύεται για την κατά σχεδόν 60 ίππους αυξημένη ισχύ του, σε σχέση με την μικρότερη έκδοση, ως αποτέλεσμα του μεγαλύτερου σε χωρητικότητα θερμικού κινητήρα, που διαθέτει επιπλέον και μεγαλύτερη ροπή, αλλά και της μεγαλύτερης μπαταρίας νικελίου-υδριδίου, που έχει παρει τη θέση της αντίστοιχης των ιόντων λιθίου.

Η λειτουργία του συνόλου είναι εξαιρετική, με τον οδηγό απλά να μην μπορεί να καταλάβει το πότε ενεργοποιείται ο θερμικός ή ο ηλεκτρικός κινητήρας, καθώς όλα κινούνται σε χαλαρούς ρυθμούς. Σε πρώτη φάση αμφότεροι οι κινητήρες κινούν τους εμπρός τροχούς, ενώ η μπαταρία επαναφορτίζεται, κάτι που συμβαίνει επίσης και κατά την διάρκεια της επιβράδυνσης. Στην πραγματικότητα, το εύρος δράσης του υβριδικού συνόλου φαίνεται να έχει αυξηθεί, με σύντομες αλλά συχνές φάσεις στις οποίες οι εκπομπές ρύπων είναι μηδενικές. Και με το επίπεδο φόρτισης της μπαταρίας να παραμένει πιο σταθερό από το αντίστοιχο του απερχόμενου Auris.

 

Η συνδυαστική λειτουργία των δύο κινητήρων επιδρά θετικά κυρίως στην επιτάχυνση. Μάρτυράς μας οι μετρήσεις μας: Για το 0-100 χλμ./ώρα η Corolla 2.0 Hybrid χρειάζεται 9,0 δευτερόλεπτα, ενώ για την μικρότερη των 1.8 λίτρων ο χρόνος είναι μεγαλύτερος κατά 2,5 δευτερόλεπτα. Όποιος λοιπόν ψάχνει τις επιδόσεις, θα τις ανακαλύψει εύκολα εδώ. Όπως και θα διαπιστώσει την βελτιωμένη και πιο άμεση απόκριση στο γκάζι. Ο βενζινοκινητήρας, στην πραγματικότητα, ανεβάζει στροφές πιο αργά, παραμένοντας λίγο περισσότερο νωχελικός στο φάσμα των μεσαίων σ.α.λ., για να φθάσει στη συνέχεια κοντά στα όριά του, ανάμεσα στις 5.000-6.000 σ.α.λ..

Αν επιμείνετε περισσότερο στο πεντάλ του γκαζιού, ο θόρυβος αυξάνεται σημαντικά, παρά την καλή ηχομόνωση της καμπίνας. Η λειτουργία του συστήματος, ωστόσο, μπορεί να αξιοποιηθεί καλύτερα με σταθερό γκάζι, βελτιώνοντας παράλληλα την άνεση. Η ιδιαιτερότητα του δίλιτρου κινητήρα έγκειται στο να έχει μεγαλύτερη ισχύ, ακόμη και σε ότι αφορά την ηλεκτρική απόδοση, με αποτέλεσμα να είναι ταχύτερη η επίτευξη της επιθυμητής ταχύτητας. Στον αυτοκινητόδρομο, αν το πόδι παραμένει ελαφρύ, μπορεί να ταξιδέψει με 130 χλμ./ώρα, με τον κινητήρα να λειτουργεί κοντά στις 2.000 σ.α.λ., προς όφελος της διαβίωσης των επιβατών στην καμπίνα.

 

Λιγότερο Καύσιμο, Μειωμένοι Ρύποι

Ακόμη και οι τιμές κατανάλωσης έχουν βελτιωθεί παραπάνω από αυτό που θα μπορούσε ακόμα και ο πιο φανατικός φίλος του ιαπωνικού μοντέλου να πιστέψει. Η νέα Toyota Corolla 2.0 Hybrid, στην πραγματικότητα, καταφέρνει να καταναλώνει κατά μέσο όρο περίπου 5 λίτρα/100 χλμ., φτάνοντας ακόμη τα 4,3 λίτρα/100 χλμ. στην πόλη. Τα παραπάνω αποτελέσματα φυσικά την κατατάσσουν πάνω από την έκδοση με τον κινητήρα των 1,8 λίτρων, ο οποίος σημείωσε 5,9 και 5 λίτρα/100 χλμ. στις αντίστοιχες διαδρομές. Και οι τιμές στον αυτοκινητόδρομο είναι επίσης άκρως δελεαστικές, όπου η έκδοση δοκιμής ξεπέρασε τα 6,3 λίτρα/100 χλμ.

Η Corolla είναι ευχάριστη στην οδήγηση, εύχρηστη και ευέλικτη μέσα στην πόλη, παρά το γεγονός ότι ζυγίζει περίπου 80 κιλά περισσότερο από την έκδοση 1,8 λίτρων. Το εξελιγμένο κιβώτιο συνεχών μεταβαλλόμενων σχέσεων e-Cvt, με τις προκαθορισμένες σχέσεις και τα paddles πίσω από το τιμόνι αποδεικνύεται ευχάριστο στην λειτουργία του, με ομαλές και γραμμικές αλλαγές. Η ποιότητα κύλισης είναι εξαιρετική, ενώ σημαντικό ρόλο σε αυτό παίζει η νέα πλατφόρμα TNGA-C και η πίσω ανάρτηση των πολλαπλών συνδέσμων. Αυτό που προκύπτει κυρίως είναι ότι η νέας γενιάς Corolla είναι εύκολη στην καθημερινή οδήγηση, με πιο προοδευτικό, ακριβέστερο και αρκετά ισορροπημένο σύστημα διεύθυνσης. Αντίθετα, οι αναρτήσεις σε συνδυασμό με το πλαίσιο, αντιδρούν ξερά στις ανωμαλίες του οδοστρώματος, ίσως και λόγω των χαμηλού προφίλ ελαστικών.

 

Μπαίνοντας στο εσωτερικό, ξεχωρίζει το κεκλιμένο παρμπρίζ, το προαιρετικό δερμάτινο σαλόνι, η οθόνη αφής των 8 ιντσών που περιλαμβάνει το σύστημα ψυχαγωγίας (τα CarPlay και Android Auto δεν περιλαμβάνονται) και η γενικότερη αίσθηση της καλής ποιότητας. Με λίγα λόγια, το περιβάλλον είναι φιλόξενο. Στο θέμα της ευρυχωρίας, ο διαθέσιμος χώρος δεν αφθονεί, ιδίως για στα γόνατα των πίσω επιβατών. Και φτάνουμε στον χώρο αποσκευών: αν και δεν ήταν αρκετά μεγάλος στην έκδοση των 1,8 λίτρων, πλέον στην μεγαλύτερη των 2,0 λίτρων δείχνει και είναι μικρότερος σε ύψος και σε βάθος, λόγω του μεγάλου όγκου των μπαταριών. Αυτό συμβάλλει αρνητικά στην συνολική χωρητικότητα του πορτμπαγκάζ που έχει μειωθεί κατά 72 λίτρα.