Οι στρατηγικές που αναμένεται να ακολουθήσουν τα δύο κόμματα της αντιπολίτευσης μέχρι τις επόμενες εθνικές εκλογές

Σε μια σκληρή διαδικασία αντιπαράθεσης, η οποία δεν έχει χαρακτηριστικά αγώνα ταχύτητας, αλλά μαραθωνίου, έχουν μπει ο Αλέξης Τσίπρας και ο Νίκος Ανδρουλάκης.

Η κούρσα, σύμφωνα πάντα με τα σημερινά δεδομένα, έχει ως (ρεαλιστικό) έπαθλο το αργυρό μετάλλιο, δηλαδή τη δεύτερη θέση στον εκλογικό στίβο, με ισχυρό φαβορί τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος εδώ και περίπου δέκα χρόνια είναι ο κυρίαρχος παίκτης στον αντίπαλο πόλο της Ν.Δ.

Η εκλογή Ανδρουλάκη στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝ.ΑΛ., ωστόσο, δημιούργησε μεγάλες προσδοκίες και άλλαξε αισθητά τα δεδομένα των συσχετισμών, χωρίς, όμως, έως σήμερα να απειλείται η πρωτοκαθεδρία του ΣΥΡΙΖΑ. Στην εξίσωση τις τελευταίες εβδομάδες έχει μπει το ζήτημα της «νόμιμης επισύνδεσης» του κ. Ανδρουλάκη, ζήτημα που -εκ των πραγμάτων- ανακάτεψε την πολιτική τράπουλα, δημιούργησε χάσμα μεταξύ Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ και ταυτόχρονα δημιούργησε προσδοκίες στον ΣΥΡΙΖΑ πως εσχάτως απέκτησε προνομιακό συνομιλητή και εν δυνάμει κυβερνητικό εταίρο.

Σύνθετη κατάσταση

Η πραγματικότητα, όμως, είναι πιο σύνθετη, καθώς στη Χαριλάου Τρικούπη διαμηνύουν ότι στις εκλογές το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝ. ΑΛ. θα πορευτεί σκληρά και ανταγωνιστικά ως προς τον ΣΥΡΙΖΑ, δεδομένου ότι ο στόχος του είναι η ριζική αλλαγή των συσχετισμών στην ευρύτερη Κεντροαριστερά.

Το σχετικό σήμα έστειλε ο κ. Ανδρουλάκης την Πέμπτη το απόγευμα με την ομιλία του στην Κοινοβουλευτική Ομάδα, όπου απάντησε στις «κατηγορίες» πως έρχεται κοντά με τον ΣΥΡΙΖΑ, αναφέροντας πως το θέμα των παρακολουθήσεων κατέδειξε πως η Ν.Δ. είναι αυτή που είναι πιο κοντά με τον ΣΥΡΙΖΑ, από τη στιγμή που ακολουθούν τις ίδιες πρακτικές.

Δεν τέμνονται

Συνεργάτες του προέδρου του ΠΑΣΟΚ μιλούν για δύο παράλληλες γραμμές που δεν τέμνονται, από τη στιγμή που η Χαριλάου Τρικούπη δεν δείχνει καμία διάθεση να υποκύψει στο πολιτικό φλερτ που κάνει η Κουμουνδούρου εδώ και χρόνια. Ο σχεδιασμός του κ. Ανδρουλάκη είναι, δηλαδή, η επιμονή στην αυτόνομη πορεία που είχε χαράξει και η Φώφη Γεννηματά, καταδεικνύοντας πως υπάρχει και τρίτη εναλλακτική επιλογή πέραν της Ν.Δ. και του ΣΥΡΙΖΑ, τους οποίους προσπαθεί να ταυτίσει. Οι προσεκτικοί παρατηρητές των πολιτικών πραγμάτων μπορούν εύκολα να διαπιστώσουν τη διαφορετική τακτική και, κατ’ επέκταση, στρατηγική που ακολουθούν τα δύο κόμματα. Ο ΣΥΡΙΖΑ κινείται «μετωπικά» έναντι της κυβέρνησης και, έως έναν βαθμό, ακολουθεί τη συνταγή που τον οδήγησε στην εξουσία το 2015. Μπορεί να μην υπάρχουν οι (λεγόμενοι) «αγανακτισμένοι» στις πλατείες, όμως επιδιώκει με όλους τους τρόπους να υιοθετήσει τα αιτήματα όλων των κοινωνικών ομάδων. Να καταδείξει ότι βρίσκεται στο πλευρό τους, στέλνοντας τα στελέχη του ακόμα και στις πιο μικρές κινητοποιήσεις ή απεργίες.

Δίχως κατανόηση

Ταυτοχρόνως, ο σχεδιασμός της Κουμουνδούρου είναι να χρεώνει προσωπικά στον πρωθυπουργό και την κυβέρνησή του τις τεράστιες οικονομικές παρενέργειες που απορρέουν τόσο από τον πόλεμο στην Ουκρανία όσο και από την πανδημία. Δεν επέδειξε, δηλαδή, μια στάση έστω κατανόησης, όπως έκαναν μια σειρά από κόμματα της Ευρώπης που έχουν τον ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης στις χώρες τους.

Ακολούθως, όλο αυτό το διάστημα ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπήκε στη λογική της κατάθεσης ενός εναλλακτικού κυβερνητικού σχεδίου, ούτε και στην παραγωγή πολιτικής, κάτι που στηλίτευσαν ακόμα και κορυφαία στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, σχολιάζοντας πως «η κυβέρνηση δεν θα πέσει ως ώριμο φρούτο». Μάλιστα, στην Κουμουνδούρου «είδαν» το ζήτημα της παρακολούθησης του κ. Ανδρουλάκη ως μια «χρυσή ευκαιρία» για να επιβεβαιώσουν τα όσα καταλογίζουν εδώ και χρόνια για τον τρόπο που λειτουργεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη, αλλά και να χτίσουν «γέφυρες» συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ.

Στο κάδρο των ευθυνών

Το αφήγημα αυτό, όμως, το χαλάει ο ίδιος ο κ. Ανδρουλάκης και τα στελέχη του κόμματός του, βάζοντας στις δημόσιες τοποθετήσεις τους τον ΣΥΡΙΖΑ στο κάδρο των ευθυνών για τον τρόπο που λειτουργούσαν οι μυστικές υπηρεσίες επί των ημερών της κυβέρνησης Τσίπρα – Καμμένου, επικαλούμενοι και τις σχετικές καταγγελίες που έχουν κάνει ο Παναγιώτης Λαφαζάνης, η Ζωή Κωνσταντοπούλου και ο Γιάνης Βαρουφάκης. Πέραν τούτων, όμως, είναι εμφανώς διαφορετική η αντιπολιτευτική τακτική πουέχει επιλέξει ο κ. Ανδρουλάκης, καθώς στα μεγάλα ζητήματα, όπως τα Ελληνοτουρκικά, ο Εβρος, η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία ή η πανδημία, έχει ακολουθήσει τη δέουσα στάση, κάνοντας κριτική με συγκροτημένο τρόπο ή και συμφωνώντας σε κάποια άλλα, λαμβάνοντας υπόψη την εθνική σημασία που μπορεί να έχουν κάποια θέματα.

Η Χαριλάου Τρικούπη προσπάθησε να επενδύσει στο πεδίο του εναλλακτικού πολιτικού σχεδίου, γι’ αυτό και ο κ. Ανδρουλάκης συγκρότησε επιτροπή προγράμματος με επικεφαλής τον πρώην υπουργό Νίκο Χριστοδουλάκη. Για παράδειγμα, το ΠΑΣΟΚ, λόγω και των στενών σχέσεων του Ανδρουλάκη με τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση Κόστα, υιοθέτησε μια σειρά από επιλογές που έχουν γίνει στην Πορτογαλία σε ζητήματα κοινωνικής πολιτικής, με έμφαση σε αυτά της στέγασης για αδύναμα στρώματα.

Παραλλήλως επένδυσε πολύ στο πεδίο των θέσεων για τα ενεργειακά ζητήματα, αναθέτοντας στον καθηγητή Χάρη Δούκα την επεξεργασία, ενδελεχώς, των θέσεων του κόμματος. Η στόχευση του προέδρου του ΠΑΣΟΚΚΙΝ.ΑΛ. ήταν να κινηθεί πάνω στις «ράγες» που ακολουθεί σε μια σειρά από κομβικά θέματα η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Και εδώ φαίνεται η απόκλιση από τον ΣΥΡΙΖΑ, καθώς, παρότι ο κ. Τσίπρας κάνει προσπάθειες να συγκλίνει με τους Ευρωπαίους σοσιαλιστές, εντέλει παρασύρεται από μια γενικότερη καταγγελτική ρητορική, απόρροια και των στενών σχέσεων με τον λεγόμενο χώρο της ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Δύο δεξαμενές

Τούτων δοθέντων, τα δύο κόμματα έχουν μια κοινή δεξαμενή από την οποία αντλούν ψήφους. Είναι οι λεγόμενοι παραδοσιακοί ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ, οι οποίοι μετά το πρώτο μνημόνιο μετακόμισαν μαζικά στον ΣΥΡΙΖΑ και έδωσαν ουσιαστικά την πρωθυπουργία στον κ. Τσίπρα. Το κοινό αυτό, ανάλογα με την τελική στάση που θα κρατήσει, θα καθορίσει τους συσχετισμούς μεταξύ των δύο κομμάτων, την ίδια ώρα που υπάρχει και μια κοινή δεξαμενή ψηφοφόρων μεταξύ του ΠΑΣΟΚ και της Ν.Δ.

Είναι οι κεντρώοι ψηφοφόροι που επέλεγαν παλαιότερα το ΠΑΣΟΚ ή και το Ποτάμι του κ. Θεοδωράκη και οι οποίοι ψήφισαν μαζικά τη Ν.Δ. αφενός λόγω της παρουσίας του κ. Μητσοτάκη και αφετέρου λόγω της ριζικής αντίθεσής τους με τα πεπραγμένα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ. Εν κατακλείδι, θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε πως τα δύο αυτά διαφορετικά «κοινά» θα διαμορφώσουν τους τελικούς συσχετισμούς όχι μόνο μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ, αλλά συνολικότερα στον πολιτικό χάρτη της χώρας.