Η ”Ασπίδα του Αχιλλέα” συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα εξοπλιστικά εγχειρήματα των τελευταίων ετών για τις Ένοπλες Δυνάμεις
Σχεδόν τρία χρόνια συνεχών διαπραγματεύσεων μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ χρειάστηκαν μέχρι να φτάσει η συμφωνία στο τελικό της στάδιο. Σήμερα, 31 Αυγούστου, στο Τελ Αβίβ, έπεσαν οι τελικές υπογραφές για την «Ασπίδα του Αχιλλέα», ανοίγοντας τον δρόμο για την υλοποίηση του ελληνικού πολυεπίπεδου συστήματος αντιαεροπορικής, αντι-drone και αντιβαλλιστικής προστασίας. Το κόστος του αντιαεροπορικού σκέλους εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει οριακά τα 3 δισ. ευρώ, ενώ η ανάπτυξη των συστημάτων στην Ελλάδα αναμένεται να ολοκληρωθεί μέσα σε 28 μήνες. Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» είχε εγκριθεί από το ΚΥΣΕΑ στις 23 Ιουλίου του 2026 και αποτελεί βασικό τμήμα της «Ατζέντας 2030» για τον εκσυγχρονισμό και τον μετασχηματισμό των Ενόπλων Δυνάμεων. Ο σχεδιασμός στηρίζεται σε τρεις βασικούς άξονες: την απόκτηση σύγχρονων οπλικών συστημάτων, drones και αντιαεροπορικών μέσων, την τεχνολογική ενσωμάτωση με έμφαση στην κυβερνοάμυνα και τη συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας. Στο πλαίσιο αυτό, έχει τεθεί ως στόχος εγχώρια συμμετοχή τουλάχιστον 25% στα νέα εξοπλιστικά προγράμματα.
Τις συμβάσεις υπέγραψε σε ειδική εκδήλωση που διοργανώθηκε από ελληνικής πλευράς η Γενική Διεύθυνση Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων (ΓΔΑΕΕ) του υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με επικεφαλής τον υποστράτηγο Ιωάννη Μπούρα, και από ισραηλινής πλευράς η Διεύθυνση Αμυντικής Συνεργασίας (SIBAT) και η MAFAT, το αντίστοιχο ισραηλινό όργανο με το ΕΛΚΑΚ με αρμοδιότητα στην έρευνα και ανάπτυξη αμυντικών τεχνολογιών.
Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας, η ισραηλινή πλευρά θα προχωρήσει στις παραγγελίες προς τις εταιρείες που έχουν αναλάβει τα επιμέρους σκέλη του προγράμματος. Πρόκειται για τις Israel Aerospace Industries (IAI), Rafael και ELTA Systems, θυγατρική της IAI. Και οι τρεις εταιρείες έχουν ήδη αναπτύξει συνεργασίες με ελληνικές επιχειρήσεις, ενώ έχουν δρομολογηθεί τα επόμενα βήματα για την έναρξη των εργασιών.
Όπως έχει επισημάνει ο υπουργός Άμυνας, Νίκος Δένδιας, ο σχεδιασμός προβλέπει πλήρη επιχειρησιακή ανάπτυξη της «Ασπίδας του Αχιλλέα» μέσα σε 35 μήνες. Η ενσωμάτωση των δυνατοτήτων του συστήματος θα γίνει σταδιακά, με τις παραδόσεις να πραγματοποιούνται σε φάσεις και τα διαφορετικά επίπεδα του «Θόλου» να τίθενται διαδοχικά σε επιχειρησιακή λειτουργία.
Ασπίδα του Αχιλλέα: Ένα νέο μοντέλο αμυντικού σχεδιασμού
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα εξοπλιστικά εγχειρήματα των τελευταίων ετών για τις Ένοπλες Δυνάμεις. Η βασική της διαφορά είναι ότι δεν αφορά την απόκτηση μεμονωμένων οπλικών συστημάτων, αλλά τη δημιουργία μιας ενιαίας και πολυεπίπεδης αρχιτεκτονικής αεράμυνας και αντιβαλλιστικής προστασίας.
Πρόκειται, ουσιαστικά, για μια διαφορετική προσέγγιση στον αμυντικό σχεδιασμό, με έμφαση στη διασύνδεση των επιμέρους μέσων και στην αξιοποίηση κοινής επιχειρησιακής εικόνας. Στόχος είναι τα σύγχρονα οπλικά συστήματα που διαθέτουν ή αποκτούν οι Ένοπλες Δυνάμεις — από τα F-35 και τα αναβαθμισμένα F-16 Viper μέχρι τις φρεγάτες FDI Belharra και τα νέα drones — να μπορούν να λειτουργούν σε ένα ενιαίο δικτυοκεντρικό περιβάλλον, ανταλλάσσοντας δεδομένα σε πραγματικό χρόνο.
Με αυτόν τον τρόπο, η «Ασπίδα του Αχιλλέα» φιλοδοξεί να αποτελέσει έναν από τους βασικούς πυλώνες της διακλαδικότητας, ενισχύοντας τη δυνατότητα των διαφορετικών Κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων να επιχειρούν συντονισμένα και με κοινή εικόνα του πεδίου.
Η ονομασία του νέου συστήματος, σύμφωνα με τον Νίκο Δένδια, «δεν έχει επιλεγεί τυχαία». Η ασπίδα του ομηρικού Αχιλλέα διέθετε «πέντε επάλληλα στρώματα» και αντίστοιχα η σύγχρονη ελληνική «Ασπίδα» σχεδιάζεται ως «μια πολυεπίπεδη αρχιτεκτονική προστασίας της ελληνικής επικράτειας», η οποία εκτείνεται σε πέντε διαφορετικά πεδία: «Στη θάλασσα, τη στεριά, τον αέρα, τον κυβερνοχώρο, το διάστημα». Κατά τον υπουργό Εθνικής Άμυνας, πρόκειται ουσιαστικά για «τη μετάβαση από ένα άθροισμα οπλικών συστημάτων σε ένα ολιστικό σύστημα αποτροπής».
Στη νέα αυτή αρχιτεκτονική εντάσσονται τα πλοία, τα αεροσκάφη, τα χερσαία μέσα, τα αυτόνομα συστήματα και οι νέοι δορυφόροι, αλλά και «κάθε πλατφόρμα που διαθέτει αισθητήρες». Όλα θα συνδέονται «σε μια ενιαία δικτυοκεντρική αρχιτεκτονική», στη βάση της οποίας θα λειτουργεί «ένα ενοποιημένο σύστημα Διοίκησης και Ελέγχου (Command & Control)». Όπως εξήγησε ο Νίκος Δένδιας, το συγκεκριμένο σύστημα «προτεραιοποιεί την απειλή, την αξιολογεί και προτείνει τον βέλτιστο τρόπο αντιμετώπισης», μετατρέποντας «την πληροφορία σε επιχειρησιακή δυνατότητα». Παράλληλα, τα νέα πλοία του Στόλου και τα αεροσκάφη 4,5 και 5ης γενιάς δεν θα περιορίζονται «στη στενή άμυνα του Αιγαίου», αλλά «θα μπορούν να αναλάβουν έναν ευρύτερο αποτρεπτικό ρόλο».
Δορυφόροι και νέα διάσταση στο διάστημα
Ξεχωριστή θέση στην Ασπίδα του Αχιλλέα αποκτά το διάστημα. Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας αναφέρθηκε στην εγκατάσταση στην Ελλάδα ενός από τους δύο κόμβους του ευρωπαϊκού προγράμματος ασφαλών κυβερνητικών δορυφορικών επικοινωνιών GOVSATCOM, η οποία, όπως είπε, «αναδεικνύει τον γεωπολιτικό και στρατηγικό ρόλο της χώρας μας ως πυλώνα ασφάλειας και σταθερότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Παράλληλα, σημείωσε ότι «Η Ελλάδα έχει αποκτήσει στόλο μικροδορυφόρων και προετοιμάζεται για τον πρώτο μεγάλο γεωστατικό δορυφόρο της». Οι δορυφορικές επικοινωνίες, σύμφωνα με τον ίδιο, «αποτελούν επιπλέον διάσταση της “Ασπίδας του Αχιλλέα”», ως «την επέκταση της ολιστικής μας προσέγγισης και στο διαστημικό πεδίο», το οποίο αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία για τη σύγχρονη άμυνα.
Στο επίκεντρο και η Ελληνική Αμυντική Βιομηχανία
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» αναμένεται να δώσει σημαντική ώθηση στην εγχώρια αμυντική βιομηχανία.
Ο συνολικός προϋπολογισμός του προγράμματος ξεπερνά τα 3 δισ. ευρώ, ενώ η προκαταβολή υπολογίζεται περίπου στα 600 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για το μεγαλύτερο εξοπλιστικό εγχείρημα μετά την απόκτηση των φρεγατών Belharra, ύψους περίπου 4 δισ. ευρώ, και των μαχητικών Rafale, συνολικού κόστους περίπου 3 δισ. ευρώ, στο οποίο προβλέπεται συγκεκριμένη και ουσιαστική ελληνική συμμετοχή, τουλάχιστον σε ποσοστό 25%.
Με βάση αυτόν τον σχεδιασμό, ποσό της τάξης των 700 εκατ. ευρώ εκτιμάται ότι θα κατευθυνθεί στην ελληνική οικονομία μέσω συμβάσεων με εγχώριες επιχειρήσεις, συμπαραγωγών, μεταφοράς τεχνογνωσίας και ανάπτυξης νέων τεχνολογικών δυνατοτήτων.
Ο Νίκος Δένδιας επανέλαβε ως προϋπόθεση «τη συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας σε ποσοστό τουλάχιστον 25% σε όλα τα εξοπλιστικά προγράμματα», δίνοντας παράλληλα έμφαση «στην ουσιαστική μεταφορά τεχνογνωσίας και παραγωγής στο ελληνικό αμυντικό οικοσύστημα» και «στην πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα των συστημάτων αυτών».
«Στόχος η Ελλάδα να μην παραμένει παθητικός αγοραστής και χρήστης αμυντικών συστημάτων», σημείωσε ο υπουργός, υπογραμμίζοντας ότι η χώρα πρέπει «να συμμετέχει ενεργά στον σχεδιασμό, στην παραγωγή και στην εξέλιξη αυτών, ενισχύοντας την εγχώρια τεχνογνωσία». Κλείνοντας, χαρακτήρισε την «Ασπίδα του Αχιλλέα» «μια νέα προσέγγιση χρήσης των οπλικών συστημάτων, με ολιστική διάσταση», η οποία «Αποτυπώνει τη νέα πραγματικότητα της “Ατζέντας 2030” και μια διαφορετική αντίληψη για την ‘Αμυνα της χώρας».


