Η ελληνική αεράμυνα μικρής εμβέλειας και ξεκινώντας από την «πρώτη γραμμή» δηλαδή από τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, εξοπλίστηκε με δύο διαφορετικά αντιαεροπορικά συστήματα μικρής εμβέλειας τα SA-8B ‘‘Gecko Mod-1’’, Skyguard (ΑΒ Λήμνου) και  το V/SHORAD το ASRAD-Hellas. 

Τα συστήματα αυτά όμως και ιδιαίτερα τα δύο πρώτα είναι περιορισμένων δυνατοτήτων σήμερα και εντελώς ακατάλληλα, όπως αποδείχθηκε περίτρανα στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ κατά UAV και αιωρούμενων πυρομαχικών.

Κατάλληλα μόνο για μαχητικά δεύτερης γενιάς και ελικόπτερα, τα SA-8B “Gecko Mod-1” και Skyguard ήταν επαρκή ή οριακά επαρκή τεχνολογικά πριν από 10-15 χρόνια. Σήμερα είναι ξεπερασμένα, όσες ικανότητες και να διαθέτουν τα ελληνικά πληρώματα που επανειλημμένα έχουν εγκλωβίσει τουρκικά μαχητικά με το ρωσικό σύστημα.

Η πρώτη σύγκρουση στην Λιβύη το 2011 και η ευκολία με την οποία τα αεροσκάφη (Rafale, F-15E, Eurofighter κ.α.) που πήραν μέρος στους βομβαρδισμούς κατέστρεψαν τα SA-8B ‘‘Gecko Mod-1’’ της λιβυκής αεράμυνας, η δράση στο Λιβύη των τουρκικών TB.2 Bayraktar και φυσικά στο Καραμπάχ δείχνει ότι κανείς δεν μπορεί να τρέφει φιλοδοξίες για σοβαρή Α/Α άμυνα στα νησιά από ένα σύστημα που σχεδιάστηκε στη δεκαετία του ’60 και τέθηκε σε υπηρεσία τη δεκαετία του ’70.

Στα συμπεράσματα μιας παλαιότερης  μελέτης που είχε παραδοθεί στο ΓΕΕΘΑ προτεινόταν ο συνδυασμός των συστημάτων TOR-M2Ε και BUK-M2E ή εναλλακτικά του TOR-M2Ε.

Επειδή όμως υπάρχει το πρόβλημα κόστος εναλλακτικά προτείνεται ο  εκσυγχρονισμός των υπαρχόντων TOR-M1 με την προσθήκη ορισμένων επιπλέον (περίπου δέκα συστήματα) τα οποία και αυτά θα εκσυγχρονιστούν προκειμένου να καταστεί δυνατή η κάλυψη τόσο του  μετώπου της Θράκης, όσο και του Αιγαίου.

Επίσης προτείνεται η διάθεση μεταχειρισμένων Buk-M1 (6-8 εκτοξευτών) τα οποία μετά από πρόγραμμα εκσυγχρονισμού και αναβάθμισής τους κοντά στο επίπεδο «Μ2» θα μπορούσαν σχεδόν να τετραπλασιάσουν την ακτίνα δράσης των κινητών πυραυλικών αντιαεροπορικών συστημάτων στο Ανατολικό Αιγαίο. Τα Buk-M1 έχουν ακτίνα δράσης πάνω από 40 χλμ.

Αυτό σημαίνει ότι θα μπορούσε ο Ελληνικός Στρατός να αποκτούσε δυνατότητες κατάρριψης τουρκικών μαχητικών ακόμα και πριν αυτά βγουν από τον τουρκικό εναέριο χώρο έστω και αν οι εκτοξευτές είναι τοποθετημένοι στα δυτικά των νησιών.

9K332  TOR-M2Ε (SA-15D Gauntlet)

Το 9K332 TOR-M2Ε το οποίο κατασκευάζεται από τις εταιρείες Almaz-Antey και Kupol JSC αποτελεί την αναβαθμισμένη έκδοση του συστήματος TOR-M1. Το “-M2E” με σημαντικές βελτιώσεις στο σύστημα αισθητήρων του θεωρείται το πρώτο anti-stealth SHORAD.

Μία πυροβολαρχία του συστήματος TOR-M2E αποτελείται από τέσσερις μονάδες πυρός 9A331MK, μία κινητή μονάδα διοίκησης 9S737MK Ranzhir-MK και δύο οχήματα ανεφοδιασμού 9T244. Η κινητή μονάδα διοίκησης Ranzhir-MK παρέχει δυνατότητα διασύνδεσης μέσω ασύρματων ζεύξεων UHF, τόσο με τα συστήματα TOR-M2Ε όσο και με σταθμούς C2 ή ραντάρ επιτήρησης.

Το “-M2Ε” είναι εξοπλισμένο με το νέο radar έρευνας διάταξης φάσης Μ2Ε PESA, το οποίο διαθέτει επίπεδη κεραία σε σχέση με τη γνωστή παραβολική του “-M1”.

Το νέο ραντάρ έρευνας μπορεί να παρακολουθεί μέχρι και 48 στόχους ταυτόχρονα σε απόσταση 25 χλμ., ενώ σύμφωνα με τον κατασκευαστή όταν η ταχύτητα του στόχου είναι μικρότερη των 300 μέτρων το δευτερόλεπτο και το RCS είναι μεγαλύτερο του 1 τ.μ., το αναβαθμισμένο ραντάρ εμπλοκής Μ2Ε PESA (ζώνη λειτουργίας Κ) παρέχει φάκελο εμπλοκής σε εμβέλεια από 1-12 χλμ. σε ύψος από 10 μέτρα έως 10 χλμ. και εμβέλεια 8 χλμ. για διασταυρούμενους στόχους.

Η δε μέγιστη εμβέλεια του ραντάρ εμπλοκής Μ2Ε PESA για στόχους μεγάλης διατομής είναι 20 χλμ.

Στις δύο άκρες του ραντάρ εμπλοκής Μ2Ε PESA βρίσκονται οι δύο κεραίες ραδιοζεύξης.

Μέσω αυτών πραγματοποιείται ταυτοχρόνως η καθοδήγηση μέχρι και οκτώ βλημάτων προς τέσσερις στόχους, ενώ αυτοί βρίσκονται εκτός του πεδίου έρευνας του ραντάρ εμπλοκής του συστήματος. Ένα ακόμη πλεονέκτημα του Tor-M2Ε είναι η δυνατότητά του να εκτοξεύει τα βλήματα που φέρει με χρονική διαφορά 2 δευτερολέπτων.

Επίσης το σύστημα διαθέτει μία υπέρυθρη κάμερα, που επιτρέπει την πραγματοποίηση εμπλοκών με «παθητικά» μέσα και κατά τη διάρκεια της νύκτας, αυξάνοντας την επιβιωσιμότητα και την αποτελεσματικότητα του συστήματος.

Μία άλλη διαφορά του TOR-M2Ε σε σχέση με το “-Μ1” είναι ο υψηλός βαθμός αυτοματοποιημένης λειτουργίας κατά τη διάρκεια της εμπλοκής στη μάχη, με ειδικούς αλγόριθμους, οι οποίοι του επιτρέπουν να εκτελέσει όλες τις ενέργειες εντελώς αυτόνομα, αυτόματα και με υψηλή ταχύτητα, με το σύστημα να καθορίζει μόνο του τον χρόνο και  την προτεραιότητα με την οποία αυτοί θα καταστραφούν.

Το TOR-M2E διαθέτει σύγχρονους σταθμούς ελέγχου με νέες οθόνες display. Το σύστημα TOR-M2E μεταφέρει οκτώ συνολικά εγκιβωτισμένα κάθετα τοποθετημένα βλήματα 9M331 ή εναλλακτικά 9M332 σε δύο τετράδες, τοποθετημένα κάθετα εντός του περιστρεφόμενου πύργου του οχήματος 9A331MK.

Το βλήμα εκτοξεύεται κάθετα με την τεχνική της ψυχρής εκτόξευσης, η οποία επιτρέπει στο βλήμα να αντιμετωπίζει απειλές απ’ όπου και αν προέρχονται.

Το σύστημα BUK-M2E

Στόχος της εκσυγχρονισμένης έκδοσης BUK-M2E (9K317E) του συστήματος BUK-1/2 ήταν η αύξηση του αριθμού εμπλοκών για την αντιμετώπιση των επιθέσεων κορεσμού.

Αυτό κατέστη εφικτό με την αναβάθμιση της μονάδας SPFU που πλέον ονομάζεται 9A317E. To σύστημα BUK-M2E αποτελείται από το σταθμό διοίκησης CP 9S510E, το ραντάρ έρευνας TAR 9S18M1-3E, τον αυτόνομο εκτοξευτή SPFU ο οποίος διαθέτει δικό του ραντάρ ιχνηλάτισης-κατάγαυσης, την ανεξάρτητη μονάδα κατάγαυσης TIGR, και τον αυτοκινούμενο εκτοξευτή-φορτωτή LLU ο οποίος δεν διαθέτει ραντάρ παρά μόνο τον τετραπλό εκτοξευτή.

Η σύνθεση του BUK-M2E σε επίπεδο τάγματος, αποτελείται από το ραντάρ TAR 9S18M1-3E, τον σταθμό διοίκησης CP 9S510E (ο οποίος πραγματοποιεί αυτόματη διαχείριση 50 στόχων εκ των οποίων οι 24 μπορούν να διαβιβασθούν αυτόματα στις μονάδες πυρός SPFU) και δύο πυροβολαρχίες οι οποίες διαθέτουν συνολικά έως έξι αυτοκινούμενους τετραπλούς εκτοξευτές SPFU, έως έξι ανεξάρτητες μονάδες καταύγασης TIGR (Target Illumination Guidance Radar) και έως 12 μονάδες εκτόξευσης-φόρτωσης LLU.

Το σύστημα μπορεί να εμπλέκει έως 24 στόχους ταυτόχρονα άσχετα με τον συνδυασμό που χρησιμοποιείται ή 4 στόχους ανά εκτοξευτή SPFU ή TIGR. To BUK εμπλέκει αεροδυναμικούς στόχους με ταχύτητα 2,4 mach σε εμβέλεια από 3 έως 40 χλμ. ή 3 με 45 χλμ. για στόχους που πετούν με ταχύτητα 0,88 mach. Για τα βαλλιστικά βλήματα με ταχύτητα έως 3,5 mach η εμβέλεια φθάνει τα 20 χλμ. και τα 15-20 χλμ. για βλήματα cruise που πετούν σε ύψος 100 μ.

Ο χρόνος αντίδρασης του συστήματος φτάνει τα 10-12 δεύτερα. Το ραντάρ TAR έχει μέγιστη εμβέλεια –για στόχους σε μεγάλο ύψος– 150 χλμ. και 25 χλμ. σε ύψος.

H τυπική μέγιστη εμβέλεια για στόχο με μέγεθος μαχητικού φθάνει τα 100 χλμ. Το βεληνεκές για στόχο που πετά σε ύψος 60 μ. μειώνεται στα 35 χλμ. Το ραντάρ  9S36E του εκτοξευτή SPFU έχει εμβέλεια εντοπισμού και εγκλωβισμού στόχου που πετά στα 3.000 μέτρα με 85 χλμ. ταχύτητα, αλλά η μέγιστη εμβέλεια εντοπισμού για στόχους σε μεγαλύτερο ύψος εκτιμάται ότι υπερβαίνει τα 100 χλμ.

Για στόχο που πετά σε ύψος 30 μέτρα μειώνεται σε 23 χλμ. ενώ για ελικόπτερο που εκτελεί αιώρηση σε ύψος 30 μ. μειώνεται περαιτέρω σε 15 χλμ. Η ανεξάρτητη μονάδα πρόσκτησης-κατάγαυσης στόχου TIGR φέρει το ίδιο ραντάρ με το SPFU στον ίδιο τύπο ερπυστριοφόρου οχήματος χωρίς όμως την παρουσία του τετραπλού εκτοξευτή και της τηλεοπτικής κάμερας ημέρας, αλλά με την παρουσία ενός ιστού που αναπτύσσεται σε ύψος έως τα 21 μέτρα με αποτέλεσμα την βελτίωση των παρερχομένων δεδομένων αποκάλυψης χαμηλά ιπτάμενων στόχων.

Σκοπός του TIGR είναι η πρόσκτηση και κατάγαυση στόχων στις δύο μονάδες εκτοξευτών που συνήθως εξυπηρετεί, ενδεχομένως όμως και σε μονάδες SPFU των οποίων το ραντάρ είτε αδυνατεί να εντοπίσει κάποιο χαμηλά ιπτάμενο στόχο είτε το ραντάρ της έχει αχρηστευθεί λόγω εγγενούς προβλήματος.

Η μονάδα LLU (Launcher Loader Unit) 9A316E, όπως αναφέρθηκε, δεν διαθέτει μονάδα ραντάρ και όταν χρησιμοποιείται ως εκτοξευτής συνεργάζεται είτε με το ραντάρ μιας SPFU είτε με το TIGR.

Ο εκτοξευτής διαθέτει τέσσερα βλήματα έτοιμα για εκτόξευση και τέσσερα επιπλέον στις ράγες μεταφοράς για τον εφοδιασμό των SPFU. Το σύστημα BUK-M2E διατηρεί τα βλήματα 9M317 (9M38M1) που χρησιμοποιεί και το BUK M1-2.

Πρόκειται για βλήμα μήκους 3,55 μ., βάρους 710 κιλών με γόμωση 70 κιλών, που εκτελεί ελιγμούς μέγιστης φόρτισης 30g και μπορεί να αντιμετωπίσει στόχους που εκτελούν ελιγμούς φόρτισης 12g.